לָקַח (lâqachlaw-kakh'verbtake)
[Heb] לָקַח, יָקַח, קָח ETCBC: לקח‎ (verb|take), קָח‎ (subs|willow) OSHL: l.bx.aa TWOT: 1124 GK: H3689, H4374, H7774 Greek: ἀγοράζω, ἀγοράζω, ἀγρεύω, ἄγω, αἴρω, αἰχμαλωτεύω, ἀναιρέω, ἀναλαμβάνω, ἀνασπάω, ἀπολαμβάνω, ἀπόλλυμι, ἀποφέρω, ἀφαιρέω, γίνομαι, γινώσκω, δέχομαι, εἰσάγω, εἰσέρχομαι, ἐκβάλλω, ἐκλέγομαι, ἐκφέρω, ἐξάγω, ἐξαιρέω, ἐξαστράπτω, ἐξέρχομαι, ἐξωθέω, ἐπιτίθημι, ἔρχομαι, ἔχω, καλέω, καταβάλλω, καταλαμβάνω, κομίζω, κτάομαι, λαμβάνω, μεταπέμπω, μετατίθημι, νοσφίζομαι, παιδεύω, παραλαμβάνω, προσάγω, προσδέχομαι, προσλαμβάνω, προχειρίζομαι, συλλαμβάνω, συλλέγω, συναπάγω, συναρπάζω, τολμάω, φέρω, φλογίζω
Derivation: a primitive root;
Strong's: to take (in the widest variety of applications)
KJV: accept, bring, buy, carry away, drawn, fetch, get, infold, [idiom] many, mingle, place, receive(-ing), reserve, seize, send for, take (away, -ing, up), use, win.