סוּר (çûwrsoorverbturn aside)
[Heb] סוּר, סָר, שׂוּר ETCBC: סור‎ (verb|turn aside), שׂור‎ (verb|[uncertain]) OSHL: o.au.aa TWOT: 1480 GK: H6073, H6233, H8462 Greek: ἀθετέω, αἱρέομαι, αἱρετίζω, αἴρω, ἀνακάμπτω, ἀπαλλάσσω, ἀπέρχομαι, ἀπέχει, ἀπέχομαι, ἀπέχω, ἀποκαλύπτω, ἀποστέλλω, ἀποστρέφω, ἄρχω, ἀφαιρέω, ἀφίστημι, διαλλάσσω, διαπρίω, διαστέλλομαι, διαχωρίζομαι, ἐκκλείω, ἐκκλίνω, ἐκλείπω, ἐκνεύω, ἐκπίπτω, ἐκφεύγω, ἐνισχύω, ἐξαίρω, ἐξαποστέλλω, ἐπιστρέφω, ἑτοιμάζω, καθαιρέω, κινέω, λαμβάνω, μακράν, μεθίστημι, μετάγω, μεταίρω, παραβαίνω, παρέρχομαι, περιαιρέω, περιτέμνω, πλανάω, προσάγω, σαλεύω
Derivation: or שׂוּר; (Hosea 9:12), a primitive root;
Strong's: to turn off (literal or figurative)
KJV: be(-head), bring, call back, decline, depart, eschew, get (you), go (aside), [idiom] grievous, lay away (by), leave undone, be past, pluck away, put (away, down), rebel, remove (to and fro), revolt, [idiom] be sour, take (away, off), turn (aside, away, in), withdraw, be without.