עֶבֶד (ʻebedeh'-bednoun|masculineslave)
[Heb] עֶבֶד ETCBC: עֶבֶד‎ (subs|servant) OSHL: p.ac.ab TWOT: 1553a GK: H6269 Greek: ἄγγελος, ἄνθρωπος, ἄρχων, δουλεία, δούλη, δοῦλον, δοῦλος, δύναμις, ἔθνος, ἐργασία, θεραπεία, θεραπεύω, θεράπων, ἵστημι, λαός, οἰκέτης, οἶκος, παιδάριον, παιδίον, παῖς, σέβομαι, ὑπηρέτης
Derivation: from עָבַד;
Strong's: a servant
KJV: [idiom] bondage, bondman, (bond-) servant, (man-) servant.