καταναθεματίζω (
katanathematízō|
kat-an-ath-em-at-id'-zo|
verb|
to curse)
[Grk]
καταναθεματίζω,
καταθεματίζω LN: 33.472 GK: G2874,
G2913
Derivation: from
κατά (intensive) and
ἀναθεματίζω;
Strong's: to imprecateKJV: --curse.
See: κατάSee: ἀναθεματίζω καταναθεματιìζω
From G2596 (intensive) and G332
G2653 — καταθεματίζω
(κατάθεμα, which see); to call down direst evils on, to curse vehemently: [Mat 26:74] (Rec. καταναθεματίζειν). (Irenaeus adv. haer. 1, 13, 4 and 16, 3.)
*† κατα - θεματίζω ,
to curse vehemently: [Mat 26:74] ( cf. ἀναθεμ -). †
† κατ - ανα - θεματίζω ,
Rec. for καταθεματίζω , q.v.
καταθεματίζω / καταναθεματίζω原文音譯:katanaqemat⋯zw 卡特-安那-帖馬提索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向下-向上-安置的
字義溯源:發咒;由(G2596(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(G332(ἀναθεματίζω)=宣告,起誓)組成;其中G332(ἀναθεματίζω)出自(G331(ἀνάθεμα)=被革除,受咒詛),G331(ἀνάθεμα)出自(G394(ἀνατίθημι)=宣布),而G394(ἀνατίθημι)又由(G303(ἀνά)*=上)與(G5087(τίθημι)*=設立,安放)組成。
同義字:1)
G332(
ἀναθεματίζω)宣告,起誓 2)
G2652(
κατάθεμα /
κατανάθεμα)咒詛 3)
G2653(
καταθεματίζω /
καταναθεματίζω)發咒 4)
G2672(
καταράομαι)咒罵
出現次數:總共(1);太(1)
譯字彙編:
1)發咒(1)[太26:74]