ματαιολογία (
mataiología|
mat-ah-yol-og-ee'-ah|
noun|
empty)
[Grk]
ματαιολογία LN: 33.377 GK: G3467
Derivation: from
ματαιολόγος;
Strong's: random talk, i.e. babble
KJV: --vain jangling.
See: ματαιολόγος μᾰταιο-λογία, ἡ,
idle talk, Diogenian.Epicur. 2.16, [1Ti 1:6], Plu. 2.6f, Vett.Val. 150.24 (pl.), al., Porph. Abst. 4.16.
ματαιολογία mataiologia 1x
vain talking, idle disputation, [1Ti 1:6]
G3150 — ματαιολογία
ματαιολογιας, ἡ (ματαιολόγος), vain talking, empty talk (Vulg.vaniloquium): [1Ti 1:6]. (Plutarch, mor., p. 6 f.; Porphyry, de abstin. 4, 16.)
*† ματαιολογία , - ας , ἡ
( < ματαιολόγος ),
idle or foolish talk: [1Ti 1:6]. †
ματαιολογία原文音譯:mataiolog⋯a 馬台哦-羅居阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:空虛-安置(說著)
字義溯源:閒談,虛談,空言,虛浮的話;源自(G3151(ματαιολόγος)=說虛空話的),由(G3152(μάταιος)=虛妄的)與(G3004(λέγω / εἴρω)*=陳述)組成,其中G3152(μάταιος)出自(G3155(μάτην)=徒然),G3155(μάτην)出自(G3145(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作),G3145(μασάομαι / μασσάομαι)又出自(G3145(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)
同源字:1)
G3150(
ματαιολογία)閒談 2)
G3151(
ματαιολόγος)說虛空的話 3)
G3152(
μάταιος)虛妄的 4)
G3153(
ματαιότης)無益 5)
G3154(
ματαιόω)成為虛空 6)
G3155(
μάτην)徒然
出現次數:總共(1);提前(1)
譯字彙編:
1)虛談(1)[提前1:6]