δισχίλιοι
[ χῑ], αι, α, Aeol. δισχέλιοι Alc. Supp. 22.2: -
two thousand, Hdt. 2.44, Ar. V. 660, Pl. Criti, 118a, etc.: poet. dat. pl., δισχίλοις ἀνδραπόδοισιν IG 12.1085: sg., δισχίλιος, α, ον, with collective Nouns, e. g. ἵππος Hdt. 7.158.
δισ - χίλιοι , - αι , - α ,
two thousand: [Mar 5:13]. †