παλαιότης (
palaiótēs|
pal-ah-yot'-ace|
noun|
oldness)
[Grk]
παλαιότης LN: 58.74,
67.100 GK: G4095
Derivation: from
παλαιός;
Strong's: antiquatednessKJV: --oldness.
See: παλαιός πᾰλαιότης,
ητος, ἡ,
1. age, π. καὶ πλῆθος ἐτῶν Aeschin. 2.42; of seeds, Thphr. HP 7.1.6.
2. more freq. antiquity, obsoleteness, π. γὰρ τῷ λόγῳ γ’ ἔνεστί τις E. Hel. 1056; ὑπὸ παλαιότητος Pl. Cra. 421d; εἴτε π. εἴτε σαπρότης Id. R. 609e; π. γράμματος, opp. καινότης πνεύματος, [Rom 7:6]; in Lit. Crit., D.H. Rh. 10.19.
παλαιότης palaiotēs 1x
oldness, obsoleteness, [Rom 7:6]
G3821 — παλαιότης
παλαιοτητος, ἡ (παλαιός), oldness: γράμματος, the old state of life controlled by 'the letter' of the law, [Rom 7:6]; see καινότης, and γράμμα, 2 c. ((Euripides), Plato, Aeschines, Dio Cassius, 72, 8.)
* παλαιότης , - ητος , ἡ
( < παλαιός ),
oldness: γράμματος , [Rom 7:6]. †
παλαιότης原文音譯:palaiÒthj 爬來哦帖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:老(舊)
字義溯源:陳舊,舊樣,古老,過時的;源自(G3820(παλαιός)=古老的),而G3820(παλαιός)出自(G3819(πάλαι)*=從前)。參讀G3819(πάλαι)同源字
出現次數:總共(1);羅(1)
譯字彙編:
1)舊樣(1)[羅7:6]